Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Πλήρης Απασχόληση vs Ελαστικών μορφών εργασίας

Από τα στοιχεία που τηρούνται στην Επιθεώρηση Εργασίας προκύπτει μια σαφέστατη τάση αυξήσεως της μερικής και της εκ περιτροπής απασχόλησης σε σχέση με την εργασία πλήρους απασχόλησης, η οποία, κατά τα προηγούμενα έτη, είχε το μονοπώλιο, με εξαιρέσεις που εφαρμοζόντουσαν σε ειδικές περιπτώσεις. Ωστόσο, η νέα διαμορφούμενη πραγματικότητα τείνει να αναδείξει φετινό "πρωταθλητή" των στατιστικών τις ελαστικές μορφές εργασίας. Συγκρίνοντας, για παράδειγμα, το ποσοστό συμβάσεων πλήρους απασχόλησης του διμήνου Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2010, το οποίο ανέρχεται στα 69,77 % σε σχέση με το αντίστοιχο φετινό δίμηνο που ανέρχεται στο 57,17 % διαπιστώνουμε μία εντυπωσιακή καθίζησή τους, ενώ αντιστρόφως κινούμενα είναι τα ποσοστά των ελαστικών μορφών εργασίας που πέρσι, για το συγκεκριμένο δίμηνο, είχε καταγραφεί ένα ποσοστό της τάξεως των 30,23% ενώ φέτος αγγίζει το 42,83% . Φέτος, δηλαδή, περίπου 4 στις 10 συμβάσεις είναι μερικής ή εκ περιτροπής και μόλις οι υπόλοιπες 6 στις 10 είναι πλήρους απασχόλησης. Οι ενδείξεις μάλιστα που έχουμε για το μήνα Μάρτιο είναι ότι για πρώτη φορά το ποσοστό των ελαστικών μορφών εργασίας θα υπερβεί το αντίστοιχο ποσοστό της πλήρους απασχόλησης. Συνεπώς, το συναγόμενο αποτέλεσμα είναι μια τάση της αγοράς εργασίας για χρήση των νέων δυνατοτήτων που παρέχονται και που κάνουν πιο ελκυστικές -για τον εργοδότη τουλάχιστον και ιδίως σε ένα περιβάλλον οικονομικής κρίσης- τις νέες αυτές μορφές απασχόλησης.
Βεβαίως, έχουν γραφεί πολλά και έχουν ειπωθεί ακόμα περισσότερα για τα θετικά και τα αρνητικά που έχουν αυτές οι μορφές απασχόλησης, ώστε μια ακόμα ανάλυσή τους θα ήταν περιττή। Αυτό, όμως, που είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι οι ελαστικές μορφές εργασίας, είναι πλέον μια απτή πραγματικότητα και αυτή τη στιγμή όλοι καλούμαστε να τοποθετηθούμε με ωριμότητα απέναντί τους. Καθώς, δηλαδή, βρισκόμαστε πλησίον του απογείου της νέας κατάστασης θα πρέπει να είμαστε καθόλα έτοιμοι για την πραγματική μετουσίωση των παρεχόμενων εναλλακτικών δυνατοτήτων που προκύπτουν από τις ελαστικές μορφές εργασίας σε πραγματικά εργαλεία της οικονομίας και όχι σε μια προσωρινή λύση με στοιχεία προχειρότητας και καταχρηστικότητας. Είναι κατανοητό η αγορά να διέρχεται αυτή τη στιγμή από ένα στάδιο "σοκαρίσματος", που προκαλείται από τις δραστικές μεταβολές και σε αυτή τη φάση όλα τα ενδεχόμενα εξετάζονται και εν πολλοίς δοκιμάζονται. Μετά από το στάδιο αυτό όμως, θα πρέπει σε σύντομο χρονικό διάστημα να περάσουμε στο στάδιο της "ωριμότητας" και να αντιμετωπίσουμε τις νέες μορφές εργασίας σαν πολεμοφόδια σε μια μάχη επιβίωσης και όχι σαν ένα πυρηνικό οπλοστάσιο με αλόγιστη και καταχρηστική χρήση του. Θα πρέπει όλοι οι εμπλεκόμενοι στο εργασιακό περιβάλλον να μην εστιάζουν απλώς στο σήμερα και να αδιαφορούν για το αύριο. Και φυσικά, σημαντικό κομμάτι αυτού του "παζλ" παραμένει η επιθεώρηση εργασίας, με τον πολυφυή χαρακτήρα της που έρχεται να λειτουργήσει άλλοτε συμβουλευτικά-ενημερωτικά, άλλοτε ελεγκτικά-κυρωτικά και άλλοτε συμφιλιωτικά, παραμένοντας πάντα ένας εξισορροπητικός και εξυγιαντικός παράγοντας.



Εν μέσω, λοιπόν, όλων αυτών και ακόμη περισσότερων αλλαγών που συντελούνται τελευταία στη χώρα μας, ο ρόλος και το έργο της επιθεώρησης εργασίας παραμένει μια σταθερή αξία. Το ΣΕΠΕ είναι ένα από εκείνα τα ζωτικά κύτταρα που κρατάνε σε στενή επαφή Κράτος και κοινωνία, λειτουργώντας ως αμφίδρομος μεταφορέας δεδομένων. Έτσι, λοιπόν, οι Επιθεωρητές Εργασίας βρισκόμενοι σε διαρκή και σταθερή επαφή με το εργασιακό περιβάλλον και όντας οι πρώτοι εφαρμοστές και ελεγκτές των νέων ρυθμίσεων έχουν μια πληρέστερη εικόνα και είναι η πρώτη πηγή άντλησης πληροφοριών για το πως εφαρμόζονται στην πράξη οι νέες ρυθμίσεις, τι αποδοχής τυγχάνουν και τι αποτελεσματικότητας είναι. Οι επιθεωρητές, μέσα από το αντικειμενικό και ανεξάρτητο του χαρακτήρα του έργου τους, είναι οι πρώτοι που μπορούν να αντιληφθούν ενδεχόμενα κενά, ατέλειες ή δυσλειτουργίες της νέας διαμορφούμενης πραγματικότητας, αλλά και να στηρίξουν τις αλλαγές εκείνες στο μέτρο που αυτές και η λειτουργικότητά τους είναι δυσνόητες για τους εμπλεκόμενους. Ο ενημερωτικός ρόλος των επιθεωρητών σε μια κυλιόμενη πραγματικότητα είναι πολύτιμός. Όπως, βεβαίως, ιδιαιτέρως πολύτιμος παραμένει και ο ελεγκτικός ρόλος του ΣΕΠΕ, που σήμερα πρέπει να είναι ακόμα πιο αυστηρός και εντατικοποιημένος. Η διάσωση της ελληνικής οικονομίας διέρχεται κατά κοινή ομολογία από την εξυγίανση της αγοράς εργασίας, την αποτίναξη όλων εκείνων των στοιχείων που εμποδίζουν την πραγματική ανάπτυξη και τον υγιή ανταγωνισμό και την επικυριαρχία εργασιακής ειρήνης και δικαιοσύνης. Δεν υπάρχουν περιθώρια για λιποψυχία και καθυστερήσεις. Οι επιθεωρητές γνωρίζουν ότι αυτή τη χρονική συγκυρία αποτελούν ένα από τους καθοριστικούς παράγοντες του εγχειρήματος να εξέλθει το συντομότερο δυνατό η χώρα μας από την οικονομική δίνη στην οποία έχει περιέλθει, δυνατή και έχοντας δημιουργήσει σταθερές και υγιής βάσεις σε όλους τους τομείς και βεβαίως και στον τομέα της εργασίας. Ως Πολιτεία έχουμε αντιληφθεί τη σπουδαιότητα του ρόλου της επιθεώρησης, και παρά τις έντονα αντίξοες συνθήκες, είμαστε απόλυτα έτοιμοι να "παλέψουμε" στο πλευρό των επιθεωρητών, έχοντας ως κοινό γνώμονα την προστασία των αδυνάτων και την προσπάθεια πλήρους εξυγίανσης της αγοράς εργασίας.